πτηνός

πτηνός, ή, όν летающий, пернатый, крылатый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πτηνός" в других словарях:

  • πτηνός — able to fly masc nom sg πτηνός able to fly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτηνός — ή, ό(ν) ΜΑ, θηλ. και ός, και δωρ. τ. πτανός, ά, όν, Α 1. αυτός που έχει την ικανότητα να πετά, ο φτερωτός (α. «Διὸς δὲ τοι πτηνὸς κύων, δαφοινὸς ἀετός», Αισχύλ. β. «θηροβολοῡντα πτηνοῑς ἰοῑς», Σοφ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ πτηνόν ζωολ. βλ. πτηνό… …   Dictionary of Greek

  • Οὔτε γὰρ πτηνὸς... ῥᾁδιόν ἐστιν καταςχεῖν, οὔτε λόγον προέμενον κρατῆσαι δυνατόν. — οὔτε γὰρ πτηνὸς... ῥᾁδιόν ἐστιν καταςχεῖν, οὔτε λόγον προέμενον κρατῆσαι δυνατόν. См. Слово воробей, вылетит, назад не поймаешь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πτηνότερον — πτηνός able to fly adverbial comp πτηνός able to fly masc acc comp sg πτηνός able to fly neut nom/voc/acc comp sg πτηνός able to fly adverbial comp πτηνός able to fly masc acc comp sg πτηνός able to fly neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτηνά — πτηνός able to fly neut nom/voc/acc pl πτηνά̱ , πτηνός able to fly fem nom/voc/acc dual πτηνά̱ , πτηνός able to fly fem nom/voc sg (doric aeolic) πτηνός able to fly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτηνόν — πτηνός able to fly masc acc sg πτηνός able to fly neut nom/voc/acc sg πτηνός able to fly masc/fem acc sg πτηνός able to fly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτηνῶν — πτηνός able to fly fem gen pl πτηνός able to fly masc/neut gen pl πτηνός able to fly masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτήν — πτηνός, ὁ, Α [πτηνός] αυτός που μπορεί να πετά, ο φτερωτός …   Dictionary of Greek

  • πτηνοῖς — πτηνός able to fly masc/neut dat pl πτηνός able to fly masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτηνοῖσι — πτηνός able to fly masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) πτηνός able to fly masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτηνοῖσιν — πτηνός able to fly masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) πτηνός able to fly masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.